
Οι ερευνητές, με τη βοήθεια λειτουργικής μαγνητικής απεικόνισης (fMRI), μελέτησαν τον εγκέφαλο 45 παιδιών και εφήβων, ηλικίας 7 έως 16 ετών, από τους οποίους οι 25 κρίθηκαν δυσλεκτικοί ύστερα από μια σειρά τεστ.
Συγκρίνοντας την εγκεφαλική δραστηριότητα στις δύο ομάδες, οι επιστήμονες εντόπισαν μια σειρά από διακριτά πρότυπα εγκεφαλικής ενεργοποίησης σε ορισμένα δυσλεκτικά παιδιά. Ελέγχοντας μετά την πάροδο τριών ετών τα ίδια παιδιά, οι ερευνητές επιβεβαίωσαν ότι όσα από αυτά είχαν τα συγκεκριμένα ασυνήθιστα εγκεφαλικά πρότυπα λειτουργίας, ήταν πιθανότερο να έχουν μάθει να διαβάζουν σε σχέση με τους υπόλοιπους δυσλεκτικούς.
Τα συμβατικά τεστ ανάγνωσης και γραφής ήταν αδύνατο να κάνουν ανάλογη πρόβλεψη για το ποια παιδιά τελικά θα κατάφερναν να ξεπεράσουν το πρόβλημά τους.
Η δυσλεξία είναι μια εγκεφαλική δυσλειτουργία, που δυσχεραίνει την ανάγνωση, τη γραφή ή την προφορά των λέξεων, με συνέπεια να δημιουργούνται προβλήματα στην μετέπειτα ζωή του ατόμου. Περίπου ένα στα πέντε παιδιά με σοβαρή δυσλεξία μαθαίνει τελικά να διαβάζει κανονικά μέχρι την ενηλικίωσή του.
Οι επιστήμονες μέχρι τώρα ουσιαστικά δεν ξέρουν γιατί μερικά δυσλεκτικά παιδιά τα καταφέρνουν καλύτερα από άλλα.
Η νέα μελέτη, που ανήκει στο ανερχόμενο πεδίο της «εκπαιδευτικής νευροεπιστήμης», επειδή αξιοποιεί τα πορίσματα τόσο της νευροεπιστήμης όσο και της εκπαιδευτικής έρευνας, φαίνεται πιο αξιόπιστη διαγνωστική μέθοδος σε σχέση με τα σημερινά τυποποιημένα τεστ, όσον αφορά την πρόβλεψη της εξέλιξης της δυσλεξίας.